Giethoorn- Η ασύλληπτη ομορφιά της Ολλανδίας

img_0410.jpg

«Ορίστε;»

«Είναι συνολικά εκατόν είκοσι ευρώ παρακαλώ, απάντησε η ευγενέστατη κυρία στη ρεσεψιόν, σαν να έλεγε κάτι απλό, όπως το νέο fairy συμφέρει».

Η Κατερίνα με κοίταξε και την κοίταξα και εγώ. Τότε ξαφνικά, ξεσπάσαμε ταυτόχρονα σε γέλια.

 

“Είναι όλα εντάξει;», ρώτησε η κυρία.

 

“Ναι, φυσικά, θα σας πείραζε αν πληρώσου,ε σε μετρητά;”, ρώτησα, αλλά αυτό που πραγματικά ήθελα να πω ήταν, θα σας πείραζε αν δεν πληρώναμε καθόλου; Θέλω να πω έλα τώρα, φαίνεται λίγο υπερτιμημένο για τριήμερο πρωινό, το οποίο ειλικρινά ήταν πληθωρικό, αλλά δεν το εκμεταλλευτήκαμε και πολύ, αφού εγώ έπαιρνα μόνο έναν καφέ και η Κατερίνα δεν έτρωγε τόσο πολύ από όλα αυτά.

 

Διαβάστε το προηγούμενο μέρος του ταξιδιού μας εδώ

 

Αφού συνήλθαμε όπως, όπως,  πληρώσαμε για τη διαμονή μας και περπάτησαμε έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου, αφού μετά ειλικρινά να ευχαριστήσαμε τον οικοδεσπότη μας. Ήταν δικό μας λάθος ότι παρόλο που είχαμε προ πλήρωσει για τη διαμονή μας δεν κλείσαμε πρωινό και κατά την άφιξή το είχαμε απερίσκεπτα ζητήσει χωρίς να τσεκάρουμε τις τιμές.

img_0374.jpg

 

Παρόλα αυτά, δεν θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε σε  τέτοιες δυσχέρειες να βλάψουν το ταξίδι μας. Άλλωστε, ήμασταν έτοιμοι να επισκεφθούμε ένα από τα πιο γραφικά μέρη της Ευρώπης. Giethoorn σημαίνει κέρατο κατσίκας και αυτό είναι ένα μαγικό μικρό χωριό γεμάτο με κανάλια, Η μικρή Βενετία της Ολλανδίας, όπου δεν υπάρχουν αυτοκίνητα και η ηρεμία και η γαλήνη βασιλεύουν ακούραστα.

 

Η πόλη ανέβηκε σε δημοτικότητα μετά την προβολή της ταινίας Fanfare, η οποία γυρίστηκε εκεί. Το χωριό είναι εξαιρετικά πεζοδρομημένο και ένα μεγάλο κανάλι μαζί με διάφορα μικρότερα χαρίζουν απλόχερα στον τόπο ξεχωριστή ομορφιά. Προκειμένου να φτάσουμε εκεί, έπρεπε να ταξιδέψουμε στην Steenwijk μέσω Zwolle με το τρένο και στη συνέχεια να πάρουμε το αστικό λεωφορείο. Ευτυχώς οι Ολλανδοί έχουν αναπτύξει ένα πολύ εξελιγμένο ηλεκτρονικό σύστημα για την εύρεση διδρομών με τρένο (ελέγξτε Nederlandse spoortwegen και 9292), αλλά είχαμε ένα μικρό πρόβλημα δεδομένου ότι οι περισσότεροι αυτόματοι πωλητές εισιτηρίων δέχονταν μόνο κέρματα, και – ακούστε το από αυτούς που το έχουν δοκιμάσει αυτό, συλλέγοντας περίπου € 40 σε νομίσματα δεν είναι ένα εύκολο έργο, πόσο μάλλον να τα μεταφέρεις).  Η διαδρομή με το τρένο, μας πρόσφερε καταπληκτική θέα της ολλανδικής υπαίθρου, αλλά αυτή η ομορφιά δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με το κάλλος, το οποίο θα απολάμβαναν τα μάτια μας, όταν θα φτάναμε στον προορισμό μας. Μόλις βρεθήκαμε στο Steenwijk πήραμε το αστικό λεωφορείο για να φτάσουμε στο κατάλυμα μας, το Bed and Breakfast Duvenvoorde. Ο τόπος έμοιαζε λίγο σαν να ήμασταν σπίτι, μας υποδέχτηκαν οι ιδιοκτήτες οι οποίοι είχαν την καλοσύνη να μας ξεναγήσουν  λίγο τριγύρω και να μας νοικιάσουν ποδήλατα. Ειλικρινά, δεν θα ήταν σωστό να επισκεφθεί κανείς τη χώρα και να μην ανέβει σε ποδήλατο, ε;  Μετά από μια διασκεδαστική βόλτα με το ποδήλατο διανύοντας όλη τη διαδρομή από τον τόπο διαμονής μας ως τη μαγευτική μικρή πόλη, ξεπεζέψαμε από τα ποδήλατα και προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποια διερεύνηση του μικροσκοπικού κέντρο του τόπου. Αυτό δεν πήρε πολύ ώρα, αφού είναι ένα μικρό χωριό, αλλά αυτό που στερείται η περιοχή σε μέγεθος, το αναπληρώνει σε θέαμα.  Μπορείς να απολαύσεις την θέα βγάζοντας ένα εισιτήριο για μια βόλτα σε μια βάρκα, ή ακόμα καλύτερα να νοικιάσεις ένα μικρό ηλεκτρικό μηχανοκίνητο σκαφος και να τριγυρίσεις τα κανάλια μόνος, όπως κάναμε εμείς! Πρώτα απ όλα όμως αποφασίσαμε να τσιμπήσουμε κάτι, δεδομένου ότι ήταν ήδη μεσημέρι και η βόλτα με το ποδήλατο συνέβαλε να αισθανόμαστε μια λιγουρίτσα. Έτσι, αποφασίσαμε να φάμε κατιτίς να μας κρατήσει στο πιο διάσημο σημείο της περιοχής, το Grand Cafe Fanfare, το οποίο πήρε το όνομά του από την ταινία και είναι πραγματικά ένα από τα μέρη όπου γυρίστηκε η κωμωδία του Bert Haanstra.  Το μέρος είναι γεμάτο με αφίσες, τοιχογραφίες και αγαλματίδια που σχετίζονται με την ταινία. Είναι το πιο δημοφιλές μέρος στην περιοχή και για πολύ καλό λόγο, δεδομένου ότι το φαγητό και η εξυπηρέτηση είναι εξαιρετική και οι τιμές ήταν προσιτές. Απολαύσαμε τις κρύες μπύρες μας και μερικά bitterballen και μετά από κάποια πολύ αναγκαία ανάπαυση από την ποδηλασία αποφασίσαμε να περπατήσουμε τριγύρω για μια λίγο και να επιστρέψουμε στο μαγαζί αργότερα.

 

Κάναμε επίσης μια μικρή στάση για καφέ και μια μηλόπιτα σε ένα μικρό καφέ κοντά στην είσοδο του χωριού και δυστυχώς φέραμε τον σερβιτόρο σε  μια μάλλον δύσκολη θέση, όταν τον ρωτήσαμε αν θα μπορούσε να ρίξει μερικά παγάκια σε ένα καπουτσίνο. Λοιπόν, πρέπει να πούμε ότι αυτό συμβαίνει τουλάχιστον μία φορά σε κάθε ταξίδι μας, προσπαθώντας να απολαύσουμε έναν πατροπαράδοτο φρέντο  καπουτσίνο, όπου και αν βρισκόμαστε, αποπειρώμενοι να αναθέσουμε σε οποιονδήποτε άτυχο σερβιτόρος ή μπάρμαν βρεθεί στο δρόμο μας να τον φτιάξει. Δίνουμε και οδηγίες όμως, διαδίδοντας έτσι τον ελληνικό πολιτισμό στα πέρατα της οικουμένης σαν άλλοι Μεγαλέξανδροι.  Μετά από αυτό το αναζωογονητικό διάλειμμα, αποφασίσαμε ότι ήταν καιρός να νοικιάσουμε μια βάρκα και να πλεύσουμε στα κανάλια. Με κάθε ειλικρίνεια, αυτή παραμένει μια από τις καλύτερες εμπειρίες μας, ακόμη και ως αυτήν την ημέρα. Ο ήλιος ήταν φώτιζε απλόχερα τον ουρανό και οι καλαίσθητες αγροικία με τις αχυρένιες στέγες, λούζονταν από το φως, το νερό και τη βλάστηση. Πραγματικά, ένα θέαμα για να γιορτάζουν τα μάτια ασταμάτητα. Συναντήσαμε μερικές πάπιες στο δρόμο μας και έχω να πω ότι λατρεύω αυτά τα πουλιά τόσο πολύ, που έχω συνέχισα να τραβάω φωτογραφίες από αυτές σαν τρελός, αυτό κάνω άλλωστε πάντα όταν τις βλέπω. Περάσαμε κάτω από μερικές από τις ξύλινες γέφυρες, που ενώνουν τις νησίδες του οικισμού, ακολουθώντας τον χάρτη, που μας δόθηκε κατά την ενοικίαση του σκάφους μας. Η διαδρομή ήταν εξαιρετικά εύκολο να τη ακολουθήσει κανείς, δεδομένου ότι υπήρχαν πολλά σημάδια στο δρόμο που οδηγούσαν προς τη σωστή κατεύθυνση. Έτσι, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ένας ειδικός στη ναυσιπλοΐα για να βρει το δρόμο του μέσα από τα κανάλια. Άλλωστε, ο χειρισμός του σκάφους είναι μια εύκολη υπόθεση, καθώς ένα τιμόνι το στρίβει αριστερά ή δεξιά και μια λαβή επιταχύνει προς τα εμπρός ή το κινεί προς τα πίσω.

 

Όλη αυτή την ώρα απλώς προσπαθούσαμε να απορροφήσουμε και να αιχμαλωτίσουμε μέσα μας την ομορφιά με την οποία ήμασταν αντιμέτωποι, καθώς ο τόπος αυτός είναι ειλικρινά μαγευτικός. Επειδή ήταν ήδη απόγευμα, ήμασταν αρκετά τυχεροί για να το απολαύσουμε χωρίς την ενόχληση του πλήθους των τουριστών, που συνωστίζονται μέσα στο μικρό χωριό και τα κανάλια. Η αρμονική γαλήνη του τόπου είχε διακοπεί για λίγο από το χαρούμενο γέλιο μας, αλλά τις περισσότερες φορές ήμασταν συγκλονισμένοι από τις εικόνες που απολαμβάναμε.  Συγκλονισμένοι από την κομψότητα της φύσης που μας αγκάλιαζε, ολοκληρώσαμε την περιήγησή μας στα στενά κανάλια που στεφανώνουν το χωριό και επιλέξαμε να κάνουμε άλλη μια επίσκεψη στο Grand Café Fanfare. Εκεί, φάγαμε ένα μικρό σνακ και ήπιαμε μπύρα και είχαμε ακόμη την ευκαιρία να συναντηθούν με τον υπεύθυνο, ο οποίος κάθισε ευγενικά στο τραπέζι μας και μοιράστηκε μαζί μας κάποιες πληροφορίες για το χωριό, ενώ ακόμα μας περιγράψε την ομορφιά της φύσης κατά τη χειμερινή περίοδο. Μετά από μια τελευταία βόλτα επιστρέψαμε στα ποδήλατα μας και ξεκίνησε η βόλτα πίσω στο κατάλυμα μας. Θα περνάγαμε ευχαρίστως περισσότερο χρόνο στο Giethoorn, αλλά το ταξίδι μας πλησιάζε στο τέλος και αύριο θα έπρεπε να πάρουμε το τρένο πίσω στο Άμστερνταμ και στη συνέχεια το λεωφορείο για να πάμε στη Bruge.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s